Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Τσέστερφιλντ μπλε

Είναι 21 Δεκέμβρη.

Η πολυαναμενόμενη καταστροφή του κόσμου δεν ήρθε κι εμείς μείναμε να κοιτάζουμε από τα παράθυρά μας πότε ο κόσμος θα γίνει καλύτερος.Ουτοπικό πολύ ε; Ε,ας ελπίζουμε και σε κάτι σ'αυτή την ζωή κι ας φαίνεται αστείο για τους περισσότερους.
Αφήνω το θέμα συντέλεια του κόσμου.
Κάνει κρύο λοιπόν ,πίνω ζεστό καφέ ,το σπίτι είναι άδειο και βρίσκω την ευκαιρία για ένα τσιγάρο στα κλεφτά.
Μου έχουν απαγορέψει το κάπνισμα στο σπίτι. Χαλάει τον μικρόκοσμό μας,είναι αλήθεια. Η ''Μαρία'' μας δεν γίνεται να καπνίζει. Να καταστρέφει τον εαυτό της. Εντάξει μπαμπά.
Συμφωνώ συμφωνώ. Αλλά η σχέση τσιγάρου-καπνιστή είναι μαγική.
Πώς μιλάνε μερικοί για ''μαγικές'' σχέσεις και αγάπες; E, κάπως έτσι λοιπόν.

Αρπάζω το πακέτο. Chesterfield μπλε. Κάποτε έκανα μάλμπορο. Μας χτύπησε η κρίση όμως.Τσιγάρα βαριά,όπως και να χει.


Ανάβω το πρώτο τσιγάρο. Πρώτη τζούρα και το βλέμμα αχανές. Σκέφτομαι.το παρελθόν.''Καλό ήταν,αλλά βαρετό πολύ''. 
Ξαφνικά ξεπετάγεται ένα μικρό μελαχρινό κοριτσάκι . Ένα μικρό ακοινώνητο σχετικά παιδί, ντροπαλό πολύ που πίστευε ότι δεν μπορούσε να κολλήσει πουθενά. Σε καμιά παρέα, σε κανέναν κύκλο. Περιφερόταν στο δημοτικό διαβάζοντας βιβλία και χαίρονταν. Χαίρονταν ,γιατί ήταν τα μόνα που του κρατούσαν συντροφιά. Που το καταλάβαιναν.Τα διάβαζε και ονειρεύονταν.
 Μαζί τους θα είχε σχέση για πολλά χρόνια ακόμα απ΄ότι φαίνεται.

Ανοιγοκλείνω τα μάτια. Το τσιγάρο έχει σβήσει εδώ και ώρα. Ανάβω άλλο ένα.
Το μικρό μελαχρινό κοριτσάκι έχει μεγαλώσει. Περιφέρεται σε κάτι μεγάλα αμφιθέατρα πλέον. Σπουδάζει. Είναι χαρούμενο. Έχει πετύχει ένα απ'τα όνειρά του.Βγαίνει,πίνει,μεθάει, έχει φίλους,ερωτεύεται. Επιτέλους! Δεν είναι μόνη! Κι όμως κάτι της λείπει και πάλι,σκέφτεται.Κι αναρωτιέται. Μήπως ζητάει πολλά εκείνη; Ή απλά δεν έχει ζήσει αυτά που θα ήθελε.

Πάει κι αυτό το τσιγάρο.Μου έκαψε τα δάχτυλα. Καπνίζω πολύ,αλλά θέλω να δω την συνέχεια. Σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα νιώθω. Μόνο που εγώ είμαι η γκόμενα με τα Τσέστερφιλντ. Δεν βαριέσαι. Άντε κι άλλο ένα.

Νιώθει κουρασμένη. Όλο της το σώμα πονάει. Ξυπνάει. Πρόσωπα πολλά τριγύρω της. Είναι στο νοσοκομείο. ''Τί έγινε''; ,ρωτάει. ''Λιποθύμησες''. Θα μείνει εκεί μέρες πολλές. Φάρμακα, ενέσεις, πεταλούδες, εξετάσεις. Όλα για να δουν τί έχει. Εκείνη φοβάται. ''Λες να πεθαίνω'';, σκέφτεται. ''Μα τι χαζή που είσαι''!,της λένε όλοι. Πράγματι, όλα καθαρά. Και τότε γιατί; Τί φταίει.; ''Ξέρω εγώ'', θα της λένε συνέχεια οι άλλοι. ''Έβαλες τον εαυτό σου σε δεύτερη μοίρα''. Γελάει. Πάντοτε αυτό έκανε. Για το καλό όλων έμπαινε δεύτερη. Κι ας έλεγε ότι ήταν εγωίστρια. Μάλλον δεν ήταν και τόσο απ΄ότι φαίνεται.

Πάει και αυτό. Ανάβω το τελευταίο.

Και ήρθε το σήμερα. Και η απορία. Τι θα κάνει απ'εδώ και ύστερα. Το σκέφτεται και εκείνη. Δεν θα αλλάξει. Δεν αλλάζεις τόσο εύκολα,λέει. Αλλά θα γυρίσει και θα κοιτάξει τον καθρέφτη. Και πλέον θα φροντίσει τον ταλαιπωρημένο εαυτό της. Ανοίγει τα μάτια της ,λοιπόν. Δάκρυα πολλά κυλάνε στο πρόσωπο της και σβήνει το τελευταίο της τσιγάρο.

Το τελευταίο πακέτο Τσέστερφιλντ που είχε.
Έρχονται οι γονείς της.

2 σχόλια: