Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Γυάλινος Κόσμος


Αμάντα
Τομ
Λώρα
Μία οικογένεια. Μία ζωή.Όνειρα. Ένας γυάλινος κόσμος που σπάει με τον ερχομό ενός ξένου.


Λώρα. Λεπτή. Αέρινη. Εύθραυστη και ασυμβίβαστη. Δεν δέχεται να σπουδάσει, να δουλέψει. Δεν είναι αυτά για εκείνην. Ή μάλλον αυτή νομίζει πώς δεν ‘’ταιριάζουν’’ με εκείνη. Δεν δέχεται ούτε τις ‘’παντρειές’’ και τα συνοικέσια της μάνας της, της Αμάντα. Φωνές, αναφιλητά,  απελπισμένα γιατί! Δεν την νοιάζει!

Το μόνο που την νοιάζει είναι εκείνη. Όχι – όχι μην σκεφτείτε ο εαυτός της. Δεν θα μπορούσε ποτέ. Εκείνη, ήταν η γυάλινη συλλογή της από ζώα. Το δικό της ‘’θηριοτροφείο’’.

Τζιμ. Εκείνος ο ξένος. Κι άλλο συνοικέσιο της μητέρας της. Που τελικά δεν ήταν τόσο ξένο. Ήταν εκείνο το αγόρι απ’ το λύκειο. Ο μοναδικός που ίσως της μιλούσε . Που της είχε δείξει συμπάθεια. Την είχε πει ‘’γαλάζιο κρίνο’’.

Ένα βαλς. Λίγα λεπτά συζήτησης. Ένα απαλό φιλί στα χείλη. 
Αυτό της έδωσε ο Τζιμ, εκείνο το βροχερό βράδυ κάτω απ’ το φως των κεριών. Ακούγεται ιδανικό. Ρομαντικό πολύ. Μετά όμως το γυαλί έσπασε σαν εκείνο το μικρό γυάλινο μονόκερο που αγαπούσε τόσο η Λώρα. Και τότε όλα έγιναν θρύψαλα. 

Ο Τζιμ έφυγε. Ο Τομ φεύγει και εκείνος. Βαθιά ονειροπόλος πάει να ζήσει το όνειρό του.
Αμάντα και Λώρα μένουν.
Στον γυάλινο κόσμο τους.
Στην εύθραυστη ζωή τους. 
Σαν την γυάλινη συλλογή της Λώρα, που πλέον σβήνει τα κεριά.


Κ.Κουν- Έ.Λαμπέτη( Θέατρο Τέχνης, 1946)

Φυσικά, αυτή είναι από την δική μου ματιά η ιστορία του ‘’Γυάλινου Κόσμου’’ του Τ. Ουίλλιαμς. Απλά να. Σκέφτομαι. Μήπως ο καθένας από εμάς έχει τον δικό του γυάλινο κόσμο τελικά; Τις δικές του ανασφάλειες; Ανασφάλειες που κρύβει μέσα του, όνειρα που δεν πραγματοποίησε ποτέ, συναισθήματα που δεν εκδήλωσε ή που δεν άφησε να εκδηλωθούν ποτέ; Ίσως, να κρύβουμε όλοι μέσα μας μία Αμάντα. Έναν Τομ. Μία Λώρα. Έναν Τζιμ. Σκληροί-πρακτικοί, ονειροπόλοι, ανασφαλείς, ρεαλιστές. Πολλά πρόσωπα και πολλά ερωτηματικά. Να μείνεις εκεί; Στον δικό σου κόσμο ή να πατήσεις τα γυαλιά; Τα γυαλιά της πραγματικότητας. Που είναι σκληρά και πονάνε. Σου τρυπούν πρώτα το σώμα. Μετά σιγά-σιγά το μυαλό. Και για το τέλος αφήνουν πάντα αυτό που πονάει περισσότερο. 
Τη ψυχή.

Ίσως να το έχεις νιώσει. Πόνεσες. Κόπηκες πολύ. Όμως ξύπνησες.
Ξύπνησες απ’ τον λήθαργό σου.
Απ’ τον δικό σου μικρό ‘’γυάλινο κόσμο’’.


Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

In colors

...I want you live your life in colors...


Αυτό έλεγε κάθε πρωί που άνοιγε τα μάτια της. Κοιτάζονταν στον καθρέφτη , ανοιγόκλεινε τα βλέφαρά της και πήγαινε στην ντουλάπα. Ήταν μικρή, αλλά της άρεσε να την χαζεύει. Την άνοιγε και έβλεπε πάντα ένα σωρό από στοιβαγμένα ρούχα, τυλιγμένα όλα σ'ένα κουβάρι. Σ' ένα πολύχρωμο κουβάρι.
Κόκκινο- κίτρινο- πράσινο- μοβ, όλα βρίσκονταν εκεί.Και το καθένα είχε την δική του αξία. Την δική του μικρή ιστορία. 
Της άρεσε να τα χαζεύει τα πρωινά. Ίσως και αργά το βράδυ.
Κάθισε. Κάπου πεταμένο βλέπει ένα κόκκινο φουστάνι. Είναι το αγαπημένο της. Κάθε φορά της θυμίζει πώς είναι, όταν είναι χαρούμενη. Γελαστή, δυναμική, γεμάτη ενέργεια. Χωρίς φοβίες.
Σκέφτεται. Όποτε φοράει χρώμα, όλα γύρω της αλλάζουν. Γίνονται πολύχρωμα! Αφήνει πίσω στεναχώριες, πικρίες, ψέματα και απογοητεύσεις. Χάνεται στον δικό της κόσμο. Σ'έναν κόσμο που έχει μάθει να αγαπάει το ''είναι'' της, τη ψυχή της. Τότε μόνο καταλαβαίνει. Ποιοι είναι εκεί. Ποιοι την αγαπούν.
Κι όμως κάποιες φορές μπερδεύεται. Τόσα χρώματα,βλέπετε.Χάνει τον δρόμο της και τριγυρνάει στο σκοτάδι.Ένα σκοτάδι που σιχαίνεται. Ο λόγος απλός. Είναι μαύρο. Σιχαίνεται το μαύρο. Δεν το θέλει στην ζωή της. Της κλέβει την ελπίδα, την διαβρώνει. Μαζί του γίνεται κι αυτή σκοτεινή,θλιβερή,μίζερη. Την παρασέρνει στον βούρκο του και εκείνη δεν μπορεί,φωνάζει, νιώθει πώς πνίγεται.

....Κάθεται για λίγο.Χαμογελάει. Ακούει μία γλυκιά μελωδία και της έρχονται οι στίχοι ενός αγαπημένου τραγουδιού.

"Cut me up in two or three or four dark clouds,
I won't bring you rain...I want you cool,I want you live your life in colors.''

Πέταξε ότι μαύρο ξεπετάγονταν στο στο πολύχρωμο κουβάρι της,
άρπαξε το μοβ κασκόλ της και έτρεξε.

Έτρεξε για να ζήσει.
Να ζήσει, πολύχρωμα.