Γυάλινος Κόσμος


Αμάντα
Τομ
Λώρα
Μία οικογένεια. Μία ζωή.Όνειρα. Ένας γυάλινος κόσμος που σπάει με τον ερχομό ενός ξένου.


Λώρα. Λεπτή. Αέρινη. Εύθραυστη και ασυμβίβαστη. Δεν δέχεται να σπουδάσει, να δουλέψει. Δεν είναι αυτά για εκείνην. Ή μάλλον αυτή νομίζει πώς δεν ‘’ταιριάζουν’’ με εκείνη. Δεν δέχεται ούτε τις ‘’παντρειές’’ και τα συνοικέσια της μάνας της, της Αμάντα. Φωνές, αναφιλητά,  απελπισμένα γιατί! Δεν την νοιάζει!

Το μόνο που την νοιάζει είναι εκείνη. Όχι – όχι μην σκεφτείτε ο εαυτός της. Δεν θα μπορούσε ποτέ. Εκείνη, ήταν η γυάλινη συλλογή της από ζώα. Το δικό της ‘’θηριοτροφείο’’.

Τζιμ. Εκείνος ο ξένος. Κι άλλο συνοικέσιο της μητέρας της. Που τελικά δεν ήταν τόσο ξένο. Ήταν εκείνο το αγόρι απ’ το λύκειο. Ο μοναδικός που ίσως της μιλούσε . Που της είχε δείξει συμπάθεια. Την είχε πει ‘’γαλάζιο κρίνο’’.

Ένα βαλς. Λίγα λεπτά συζήτησης. Ένα απαλό φιλί στα χείλη. 
Αυτό της έδωσε ο Τζιμ, εκείνο το βροχερό βράδυ κάτω απ’ το φως των κεριών. Ακούγεται ιδανικό. Ρομαντικό πολύ. Μετά όμως το γυαλί έσπασε σαν εκείνο το μικρό γυάλινο μονόκερο που αγαπούσε τόσο η Λώρα. Και τότε όλα έγιναν θρύψαλα. 

Ο Τζιμ έφυγε. Ο Τομ φεύγει και εκείνος. Βαθιά ονειροπόλος πάει να ζήσει το όνειρό του.
Αμάντα και Λώρα μένουν.
Στον γυάλινο κόσμο τους.
Στην εύθραυστη ζωή τους. 
Σαν την γυάλινη συλλογή της Λώρα, που πλέον σβήνει τα κεριά.


Κ.Κουν- Έ.Λαμπέτη( Θέατρο Τέχνης, 1946)

Φυσικά, αυτή είναι από την δική μου ματιά η ιστορία του ‘’Γυάλινου Κόσμου’’ του Τ. Ουίλλιαμς. Απλά να. Σκέφτομαι. Μήπως ο καθένας από εμάς έχει τον δικό του γυάλινο κόσμο τελικά; Τις δικές του ανασφάλειες; Ανασφάλειες που κρύβει μέσα του, όνειρα που δεν πραγματοποίησε ποτέ, συναισθήματα που δεν εκδήλωσε ή που δεν άφησε να εκδηλωθούν ποτέ; Ίσως, να κρύβουμε όλοι μέσα μας μία Αμάντα. Έναν Τομ. Μία Λώρα. Έναν Τζιμ. Σκληροί-πρακτικοί, ονειροπόλοι, ανασφαλείς, ρεαλιστές. Πολλά πρόσωπα και πολλά ερωτηματικά. Να μείνεις εκεί; Στον δικό σου κόσμο ή να πατήσεις τα γυαλιά; Τα γυαλιά της πραγματικότητας. Που είναι σκληρά και πονάνε. Σου τρυπούν πρώτα το σώμα. Μετά σιγά-σιγά το μυαλό. Και για το τέλος αφήνουν πάντα αυτό που πονάει περισσότερο. 
Τη ψυχή.

Ίσως να το έχεις νιώσει. Πόνεσες. Κόπηκες πολύ. Όμως ξύπνησες.
Ξύπνησες απ’ τον λήθαργό σου.
Απ’ τον δικό σου μικρό ‘’γυάλινο κόσμο’’.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αποσπάσματα

Ανασκόπηση

Για τη Φαίδρα