Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Το μπλε δαχτυλίδι, οι νεράιδες και τα βιβλία στο γραφείο.


Όλα ένα πρόσωπο.

Ένα πρόσωπο που γιορτάζει σήμερα. 


Αυτή είναι η δική μου νεράιδα. Μοναδική. Προσωπική. Αυτή που αντί για παιχνίδια μου έπαιρνε βιβλία ,και εγώ αντί να τα πετάω και να τσαντίζομαι μαζί της , τα διάβαζα μανιωδώς. (-Ναι, τέτοια ήμουν).
Αυτή που με πήγε πρώτη φορά θέατρο. Αυτή που δεν έπαψε ποτέ της να με φροντίζει. Αυτή που χωρίς να μιλήσω με καταλαβαίνει κατευθείαν. Πώς το κάνει αυτό;
Ερώτηση κοινού: Γιατί όλες οι μαμάδες έχουν αυτό το χάρισμα; Δεν τους λες τίποτα και καταλαβαίνουν τα πάντα. Τι κι αν θέλεις να κρυφτείς αργά ή γρήγορα θα σε καταλάβουν.
Περίεργα όντα. Νεράιδες. Οι περισσότερες.

Θυμάμαι κάτι μήνες πριν. Που ήμουν μόνη. Χωρίς κανέναν. Που εξαιτίας καταστάσεων,ατόμων,συνθηκών έπιασα τον πάτο, αυτή ήταν εκεί. Είχε το ραβδί της και με την νεραιδόσκονή της απάλυνε τον πόνο. Μπορεί να έκανε πράγματα που να με εκνεύρισαν. Όμως λίγο καιρό μετά, μαθαίνοντας πράγματα είδα πόσο δίκιο είχε. Και πόσο άδικο είχα εγώ που την είχα κατηγορήσει για το τίποτα.

Η δική μου νεράιδα έχει περάσει πολλά. -Προβλήματα πολλά,προβληματικοί άνθρωποι και περίεργες καταστάσεις,παντού-. Είναι όμως εκεί.. Η αλήθεια είναι ότι είμαι απ'τους τυχερούς. Έχω μία νεράιδα για μητέρα και έναν πατέρα που κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί μου λέει ''σ'αγαπώ''

**το μπλε δαχτυλίδι, είναι εδώ μαμά. Με προστατεύει,όταν λείπεις εσύ.





Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

(συνέχεια)

...Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τον τελευταίο καιρό είχε ανήσυχο ύπνο.Έβλεπε συνέχεια εφιάλτες.
Ήταν λέει εκείνος, όμορφος πολύ, με κατάλευκο δέρμα σ'ένα θέατρο. Εκείνος βρίσκονταν πάνω στη σκηνή. Μόνος. Πηγαινοερχόταν και υποδύονταν έναν ρόλο. Δεν θυμάται ποιο ρόλο έκανε. Κάτι από Στρίντμπεργκ πρέπει να ήταν. Από κάτω το θέατρο άδειο. Μόνο εκείνη η θέση στο κέντρο της πλατείας ήταν πιασμένη. Από εκείνην. Την αρλεκίνα του. Όμως πάντα, λίγο πριν τελειώσει η παράσταση και η αυλαία κλείσει, η σκηνή γέμιζε αίματα. 
Κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο. Σηκωνόταν κι άναβε τσιγάρο. Το είχε κόψει...αλλά ''κακή συνήθεια'', επανήλθε. Πήγαινε στην βιβλιοθήκη. Είχε μία στοίβα με ταξιδιωτικές κάρτες. Παρίσι, Βερολίνο, Ρώμη, Μπριζ..τόσα μέρη. Τις είχαν αγοράσει μαζί.Έκαναν όνειρα. Ήταν αστείο. Αλλά έκαναν όνειρα πώς θα γύριζαν τον κόσμο.

Κουράστηκε. Πέρασαν 2μήνες και ήταν μόνος. Μόνος με το ηλίθιο εκείνο ξυπνητήρι , που του θύμιζε όμως ότι πρέπει να βγει. Να ζήσει. Δεν είχε άλλη επιλογή. Φόραγε το ψεύτικο χαμόγελό του και έφευγε. Όταν γυρνούσε σπίτι κατέρρεε. Ούτε να ξεβαφτεί δεν ήθελε. Αλλά τον εκνεύριζε να βλέπει τον εαυτό του ''χαρούμενο''. Έστω κι αν ήταν η δουλειά του. Από εκείνην την ημέρα και μετά αποφάσισε να αλλάξει. Το χαμόγελο έγινε δάκρυ και το φως, σκοτάδι. Δεν ήταν πλέον ο χαρούμενος αρλεκίνος που έβλεπαν τα παιδάκια και ήθελαν να τον πάρουν αγκαλιά.
''Πώς κατάντησε έτσι''.
''Μαράζωσε'', έλεγαν οι γείτονες. Αρλεκίνο της θλίψης τον έλεγαν πλέον. Δεν τον ένοιαζε,όμως. Έτσι ήταν. Δεν ήταν χαρούμενος. ''Έκλαιγε'',μέσα του..δεν μπορούσε να γελάει στους άλλους.Όχι. Η χαρά του είχε φύγει. Κάπου μακριά.




...ξύπνησε. Ο ίδιος εφιάλτης πάλι. Ανάβει τσιγάρο. Λίγο αργότερα δακρύζει.Τώρα θυμάται. Λίγο πριν κλείσει η αυλαία είχε ανέβει και εκείνη στην σκηνή.Χόρευαν.Ώσπου η σκηνή άρχιζε να γεμίζει με αίμα και να πνίγονται. Και οι δύο. ''Κάτι κακό συνέβη'',σκέφτηκε. Που,που όμως να την ψάξει; Πού μπορεί να ήταν; Τότε θυμήθηκε ότι της άρεσε πολύ η θάλασσα. Πήγε στο μέρος που αγαπούσε.Δεν ήξερε κανείς τίποτα. Φεύγοντας,στον λόφο πάνω βλέπει ένα μικρό νεκροταφείο. Δεν ήθελε να πάει,αλλά ίσως ήξεραν κάτι εκεί. ''Ναι εδώ είναι'', η απάντηση που θα λάβει. Εκεί ήταν λοιπόν τόσο καιρό.
Γύρισε σπίτι. Στο γραμματοκιβώτιο βρήκε ένα φάκελο. Είχε γίνει δεκτός σε μία οντισιόν για μία μεγάλη παράσταση. Ονειρευόταν να τον δει κι εκείνη, όταν είχε πάει. Χαμογέλασε ειρωνικά. Ύστερα έκανε πρόβες κάθε απόγευμα στο σαλόνι. Και εκείνη ήταν εκεί.

 Ώσπου ήρθε η πρεμιέρα. Δύο ολόκληρες ώρες πάνω στο σανίδι γοήτευσε το κοινό. Είκοσι λεπτά ακόμη και τέλος. Λίγο πριν βγει είχε πάρει εκείνα τα θαυματουργά χαπάκια. Μόνο που δεν πήρε ένα. Ήταν λίγο.
 Το διάλειμμα τελείωσε. Το τέλος είχε έρθει. 
Η αυλαία άρχισε να κλείνει. Επιτέλους ο αρλεκίνος άρχισε να ζαλίζεται ,ώσπου σωριάστηκε. ''Πνίγηκε'' ,πάνω στην σκηνή. Ο εφιάλτης είχε βγει. 
Τώρα πλέον ήταν με την αρλεκίνα του και χόρευαν ευτυχισμένοι. Ευτυχισμένοι, πάνω στην ίδια σκηνή. 

Μόνο που τώρα η σκηνή ήταν γεμάτη λουλούδια.


Τέλος.

Ο Αρλεκίνος

Επτά. Το ξυπνητήρι χτυπά. Χτυπά,όπως κάθε μέρα! Μ'αυτόν τον εκνευριστικό ήχο που σου σπάει τ'αυτιά. Ανυπόφορος,δυνατός,ασταμάτητος.  Δεν τον αντέχει! Νιώθει πώς κάθε φορά που χτυπάει το κεφάλι του θα σπάσει. Βουητά! Βουητά παντού! Κι αυτό το ηλίθιο ξυπνητήρι εκεί. Να του θυμίζει ότι ήρθε η ώρα να σηκωθεί. Δεν τ'αλλάζει όμως,όσο κι αν τον εκνευρίζει. Είναι μία ηλίθια συνήθεια που δεν μπορεί πλέον να αποχωριστεί. Τόσες συνήθειες. Καλές,κακές, όλες σ'ένα τσουβάλι. Δεν τις ξεχωρίζει πια!
Κουράστηκε; Βαρέθηκε; Ποιος ξέρει! ίσως απλά ''συνήθισε'' να ζει μ'αυτές. 
Δεν πλένεται το πρωί. Ίσα που σηκώνεται και τρέχει να φτιάξει καφέ. Κι άλλη συνήθεια. Σκέτος,πικρός. Για να του τσιτώνει τα νεύρα. Λες και δεν ήταν ήδη αρκετά... -Δεν βαριέσαι-

Το σπίτι μικρό.Ακατάστατο.Χαρτιά πεταμένα παντού,βιβλία,εφημερίδες. Όλα στοιβαγμένα σε μία μικρή βιβλιοθήκη. Εκεί στην άκρη του σαλονιού. Κάθε απόγευμα απ'εκεί ξεπηδούσαν ρόλοι. Μπρεχτ, Τσέχοφ  Ουίλιαμς  κάποιοι απ'τους συγγραφείς τους. Του άρεσε να τους διαβάζει και ύστερα να τους παίζει.Να τους παίζει σ'εκείνην! Μπορεί να μην την έβλεπε, όμως ήταν εκεί. Την ένιωθε και κάθε απόγευμα της έπαιζε από έναν ρόλο. Δεν κουραζόταν ποτέ! Αφού ήταν γι'αυτή θα μπορούσε να παίζει όλο το βράδυ. Πάντα του έλεγε ότι ήταν εξαιρετικός! Ότι είχε κάτι στο βλέμμα του που μαγνήτευε τους άλλους.
''Πρέπει να παίξεις σε μεγάλες σκηνές'',του έλεγε. Δεν την πίστευε. Γελούσε γλυκά και ύστερα την έπαιρνε αγκαλιά. Κάθε μέρα μαζί. Γλυκιά ''συνήθεια'' αυτή. Απ'αυτές που ήθελε να έχει για πάντα! Ήθελε! Και ; Tι κι αν ήθελε. Έφυγε. Έφυγε μακριά!
Στην αρχή σκέφτηκε ότι βαρέθηκε. Ότι βαρέθηκε τους ηλίθιους ρόλους του και την ''Υποκριτική'' ζωή του!'' Όχι Όχι. Ζούσε γι'αυτό'', σκεφτόταν.

Οι μέρες πέρασαν και δεν είχε φανεί! Εκείνος έπρεπε να δουλέψει. Να βάλει εκείνο το άθλιο χαμόγελο και να βγει να διασκεδάσει τον κόσμο. Ήταν αρλεκίνος,βλέπετε! 
Κάθε μέρα,έπρεπε να ξυπνάει από νωρίς, να βάφεται και να βγαίνει στους δρόμους. Του άρεσε η δουλειά του,αλλά ονειρευόταν την σκηνή. Την αυλαία.  ''Είχε ταλέντο'' του είχε πει.
 Εκεί σε μια υπαίθρια παράσταση,την γνώρισε. Ήταν αργά. Βράδυ χειμώνα. Πλέον δεν είχε κίνηση και ο αρλεκίνος ήταν έτοιμος να φύγει.
-''Στάσου''.  Γύρισε το κεφάλι του και είδε εκείνη.  Ήταν πανέμορφη.
-''Θα παίξεις κάτι και για εμένα''; 

Δεν χρειάστηκε να μιλήσει. Απλά ξεκίνησε να παίζει. Από εκείνο το βράδυ,έγιναν αχώριστοι. Ήταν πλέον η ''αρλεκίνα'' του!

(συνεχίζεται)