Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

(συνέχεια)

...Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τον τελευταίο καιρό είχε ανήσυχο ύπνο.Έβλεπε συνέχεια εφιάλτες.
Ήταν λέει εκείνος, όμορφος πολύ, με κατάλευκο δέρμα σ'ένα θέατρο. Εκείνος βρίσκονταν πάνω στη σκηνή. Μόνος. Πηγαινοερχόταν και υποδύονταν έναν ρόλο. Δεν θυμάται ποιο ρόλο έκανε. Κάτι από Στρίντμπεργκ πρέπει να ήταν. Από κάτω το θέατρο άδειο. Μόνο εκείνη η θέση στο κέντρο της πλατείας ήταν πιασμένη. Από εκείνην. Την αρλεκίνα του. Όμως πάντα, λίγο πριν τελειώσει η παράσταση και η αυλαία κλείσει, η σκηνή γέμιζε αίματα. 
Κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο. Σηκωνόταν κι άναβε τσιγάρο. Το είχε κόψει...αλλά ''κακή συνήθεια'', επανήλθε. Πήγαινε στην βιβλιοθήκη. Είχε μία στοίβα με ταξιδιωτικές κάρτες. Παρίσι, Βερολίνο, Ρώμη, Μπριζ..τόσα μέρη. Τις είχαν αγοράσει μαζί.Έκαναν όνειρα. Ήταν αστείο. Αλλά έκαναν όνειρα πώς θα γύριζαν τον κόσμο.

Κουράστηκε. Πέρασαν 2μήνες και ήταν μόνος. Μόνος με το ηλίθιο εκείνο ξυπνητήρι , που του θύμιζε όμως ότι πρέπει να βγει. Να ζήσει. Δεν είχε άλλη επιλογή. Φόραγε το ψεύτικο χαμόγελό του και έφευγε. Όταν γυρνούσε σπίτι κατέρρεε. Ούτε να ξεβαφτεί δεν ήθελε. Αλλά τον εκνεύριζε να βλέπει τον εαυτό του ''χαρούμενο''. Έστω κι αν ήταν η δουλειά του. Από εκείνην την ημέρα και μετά αποφάσισε να αλλάξει. Το χαμόγελο έγινε δάκρυ και το φως, σκοτάδι. Δεν ήταν πλέον ο χαρούμενος αρλεκίνος που έβλεπαν τα παιδάκια και ήθελαν να τον πάρουν αγκαλιά.
''Πώς κατάντησε έτσι''.
''Μαράζωσε'', έλεγαν οι γείτονες. Αρλεκίνο της θλίψης τον έλεγαν πλέον. Δεν τον ένοιαζε,όμως. Έτσι ήταν. Δεν ήταν χαρούμενος. ''Έκλαιγε'',μέσα του..δεν μπορούσε να γελάει στους άλλους.Όχι. Η χαρά του είχε φύγει. Κάπου μακριά.




...ξύπνησε. Ο ίδιος εφιάλτης πάλι. Ανάβει τσιγάρο. Λίγο αργότερα δακρύζει.Τώρα θυμάται. Λίγο πριν κλείσει η αυλαία είχε ανέβει και εκείνη στην σκηνή.Χόρευαν.Ώσπου η σκηνή άρχιζε να γεμίζει με αίμα και να πνίγονται. Και οι δύο. ''Κάτι κακό συνέβη'',σκέφτηκε. Που,που όμως να την ψάξει; Πού μπορεί να ήταν; Τότε θυμήθηκε ότι της άρεσε πολύ η θάλασσα. Πήγε στο μέρος που αγαπούσε.Δεν ήξερε κανείς τίποτα. Φεύγοντας,στον λόφο πάνω βλέπει ένα μικρό νεκροταφείο. Δεν ήθελε να πάει,αλλά ίσως ήξεραν κάτι εκεί. ''Ναι εδώ είναι'', η απάντηση που θα λάβει. Εκεί ήταν λοιπόν τόσο καιρό.
Γύρισε σπίτι. Στο γραμματοκιβώτιο βρήκε ένα φάκελο. Είχε γίνει δεκτός σε μία οντισιόν για μία μεγάλη παράσταση. Ονειρευόταν να τον δει κι εκείνη, όταν είχε πάει. Χαμογέλασε ειρωνικά. Ύστερα έκανε πρόβες κάθε απόγευμα στο σαλόνι. Και εκείνη ήταν εκεί.

 Ώσπου ήρθε η πρεμιέρα. Δύο ολόκληρες ώρες πάνω στο σανίδι γοήτευσε το κοινό. Είκοσι λεπτά ακόμη και τέλος. Λίγο πριν βγει είχε πάρει εκείνα τα θαυματουργά χαπάκια. Μόνο που δεν πήρε ένα. Ήταν λίγο.
 Το διάλειμμα τελείωσε. Το τέλος είχε έρθει. 
Η αυλαία άρχισε να κλείνει. Επιτέλους ο αρλεκίνος άρχισε να ζαλίζεται ,ώσπου σωριάστηκε. ''Πνίγηκε'' ,πάνω στην σκηνή. Ο εφιάλτης είχε βγει. 
Τώρα πλέον ήταν με την αρλεκίνα του και χόρευαν ευτυχισμένοι. Ευτυχισμένοι, πάνω στην ίδια σκηνή. 

Μόνο που τώρα η σκηνή ήταν γεμάτη λουλούδια.


Τέλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου