Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Αισθήσεις



Το ταξίδι έχει ξεκινήσει. Ακούει τον κόσμο γύρω της..τον ''τρυπάει'' τώρα πια αυτή με το βλέμμα της..ένα βλέμμα δυνατό,που δεν κρύβεται πια.
Κάθε χρόνο κάνει το ίδιο ταξίδι. Συνέχεια. Όποτε μπορεί.Κι ας έγινε ότι έγινε.Δεν την πληγώνει να επιστρέφει εκεί,μάλλον τα σκέφτεται τώρα και χαμογελά.

Μυρωδιές,φωνές,ψίθυροι,ακόμη κι εκείνα τα αδιάκριτα βλέμματα που είναι προσκολλημένα πάνω της.
Κι όλα αυτά έμοιαζαν σαν ένα τεράστιο κουβάρι αισθήσεων που την πλακώνει κάθε μέρα,από εκείνο το καλοκαίρι.Από εκείνο το καλοκαίρι που η ζωή της άλλαξε μια για πάντα...
Από μικρή αναρωτιόταν πώς θα ήταν άραγε εάν έχανε μία απ'τις αισθήσεις της. Φοβόταν.. Πώς θα ζούσε; Όλα της φαίνονταν τόσο αυτονόητα.. 
Και σε ποιον δεν φαίνονται άλλωστε.Έτσι και εκείνη δεν μπορούσε να φανταστεί δύο χρόνια πριν ότι θα της συνέβαινε κάτι τέτοιο.Τότε όλα της φαινόντουσαν ασήμαντα,σχεδόν ανούσια.Πεζά. Εκνευρίζονταν με τον κόσμο που κοιτούσε επίμονα τον άλλο,ποιος ο λόγος να παρακολουθείς τις κινήσεις,τα βλέμματα; Μέχρι και ο ήλιος τα πρωινά την ενοχλούσε. Της έκαιγε το δέρμα,της ''τσουρούφλιζε'' τα μάτια.

Τι όμορφες στιγμές,μικρές,καθημερινές μπορείς να ζήσεις.
Αρκεί να μην είσαι ''τυφλός''.
Δεν το είχε καταλάβει μέχρι να συμβεί εκείνο το ατύχημα.Τώρα πια ξέρει ότι έχασε πολλά.Βέβαια, ''ο καθένας βλέπει ότι θέλει να δει'',έτσι δεν λένε;
Αυτό έκανε και εκείνη τόσα χρόνια.Και ήταν περισσότερο ''τυφλή'' απ'ότι είναι τώρα.Τώρα έμαθε να αγκαλιάζει κάθε είδους αίσθηση...που πάντα αγνοούσε.
Αλλά περισσότερο αγγίγματα.
Έτσι αισθανόταν τους άλλους δίπλα της. Ξαφνικά τα πάντα γινόντουσαν πιο ζεστά,πιο οικεία. Γι'αυτό της άρεσε να αγγίζει το καθετί.

...έφτασε.Όλος ο τόπος μύριζε θυμάρι. Έχει μάθει ,αναγνωρίζει πλέον τα πάντα.Δεν ήθελε να πάει σπίτι.Ήθελε να περπατήσει,εκεί λίγο ξυπόλητη,να αισθανθεί ζωντανή ξανά.Όπως αισθάνεται κάθε φορά όταν γυρίζει σ'αυτόν τον τόπο. Κι ας έχασε τόσα εκεί.

Πάει και κάθεται στο παράθυρο.Αφήνει τον αέρα να της ''τρυπήσει'' τα κόκαλα.Παίζει με τον ήλιο και τα χέρια της. Νιώθει ότι θα πιάσει τον ήλιο και θα καεί.
Δεν φοβάται να καεί.
Τόσα χρόνια έλιωνε στην προστασία της ζωής της κι όμως δεν ήταν ευτυχισμένη.Είχε ξεχάσει,να αγαπάει,να ζει...


Κρυώνει.Κλείνει το παράθυρο.
''Αύριο θα πάει να δει την θάλασσα''.



Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

.A tout le monde.

..να μπορούσα με μία στροφή να γυρίζω τον κόσμο.
..να κλείνω τα μάτια,και να παίζω όπως παιδί.
..να ονειρεύομαι μέρη,εκδρομές,ταξίδια όσο πιο
μακριά γίνεται.
..είμαι ακόμη παιδί.
κλείνω τα φώτα.
..κλείνω τα μάτια,
παίρνω μία ανάσα 
και γυρίζω ,γυρίζω.

(Δεν θέλω να σταματήσω,μ'αρέσει αυτό το παιχνίδι).
Τελικά τα δάχτυλά μου σταματούν
σ΄εκείνο το μέρος που κάποτε ονειρευόμουν να κάνω τόσα
πράγματα..και πώς άλλαξαν οι καιροί.
και πώς άλλαξαν οι σκέψεις και τα όνειρα
και ξαφνικά όλα αυτά φαίνονται σαν χθες.
και είναι σαν χθες.
Ξανά γυρίζω...που θα με βγάλει άραγε δεν ξέρω.
το μόνο που θέλω,είναι να είμαι εκεί.
μόνη;μπορεί και μόνη...
..αλλά δεν με νοιάζει

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Έτρεχε. Με τα πόδια γυμνά ,νιώθοντας τα πεσμένα φύλλα και το νωπό ακόμα απ'την βροχή,χώμα, στο σώμα της.
Μία αέρινη φιγούρα μπορούσες να διακρίνεις από μακριά. Ένα αερικό που έτρεχε ανέμελο,χωρίς να το νοιάζει αν λερωθεί,αν πέσει,αν χτυπήσει. Θα σηκωνόταν.
Δεν μπορούσες να διακρίνεις το πρόσωπό της. Ήταν τόσο κοντά, αλλά τόσο μακριά συγχρόνως. Ίσως να διέκρινες ένα χαμόγελο. Πλατύ,γλυκό,με μία δόση ειρωνείας όμως.
Τα μαλλιά της μακριά,κάλυπταν τους ώμους της,αγκάλιαζαν το σώμα της ζεστά.
..Δεν είχε σταματήσει. Συνέχιζε να τρέχει. Αναρωτιόσουν τι προσπαθούσε να αποφύγει. Ποιον φοβόταν. Από ποιον ήθελε να κρυφτεί.
Δεν καταλαβαίνεις όμως. Τρέχει,αλλά δεν αγωνιά. Γελάει. Γελάει δυνατά. Σχεδόν παγερά αυτή τη φορά. Σπάει η γλυκιά εικόνα της.
Γίνεται όλο και πιο ψυχρή. Όλο και πιο απόμακρη. Την χάνεις για μερικά δευτερόλεπτα.
Αγωνιάς.
''Τι να απέγινε άραγε'';
Κάθεσαι,να ξαποστάσεις. Λαχάνιασες. Τόση ώρα την κυνηγούσες.Εκείνη έτρεχε αμέριμνη,αψηφώντας τα πάντα,αλλά εσύ δεν μπορούσες να αποφύγεις τόσο εύκολα τα εμπόδια.
....Έγειρες να ξαπλώσεις,στον σωρό απ'τα πεσμένα φύλλα. Έπαιζες με το νωπό χώμα. Σου άρεσε η μυρωδιά του. Σου άρεσε αυτή ,η ομορφιά,που άφηνε η βροχή πίσω της.
Πέρασαν οι ώρες...και να που χωρίς να το καταλάβεις,είχε έρθει και στεκόταν δίπλα σου. Καθόταν με τ'άσπρο της φόρεμα και περίμενε πότε θα ξυπνήσεις. Είχε κάτι να σου πει.
Άνοιξες τα μάτια σου και την είδες.Είδες δύο μεγάλα μάτια να σε κοιτούν έντονα.Κάτι ήθελαν να σου πουν.
Σηκώθηκε. Φοβήθηκες,μήπως αρχίσει να τρέχει πάλι. Σε πλησίασε,άπλωσε το χέρι της και σε σήκωσε. Δεν μιλούσε. Απλά προχώραγε, και έπαιρνε και εσένα μαζί της. Εσύ μαγεμένος απ'την ομορφιά της δεν σ΄ένοιαζε να μάθεις,που πηγαίνατε.
Ξαφνικά,σταμάτησε.Σε κοίταξε μες στα μάτια. Σε πλησίασε και τότε σου έδωσε ένα ζεστό φιλί στο μάγουλο.
Μετά από λίγο εξαφανίστηκε. Γυρίζοντας,είδες κόσμο μαζεμένο να κλαίει. Κοντοστάθηκες. Πήγες να δεις. Ήταν εκείνη,πεσμένη στο έδαφος,κρατώντας στη χούφτα της λίγο χώμα.
Τότε,θυμήθηκες,τι σου είχε ψιθυρίσει:

''Μην φοβάσαι,να πέσεις.Να ζεις''.