Οι Τρεις Αδερφές- Άντον Τσέχωφ

Πάντα ήμασταν ενωμένες. Δεν μοιάζουμε. Η Όλια, ήταν πάντα, η μαμά της υπόθεσης. Ποτέ, όμως δεν μ'ανάγκασε να κάνω τίποτα που δεν θέλω. Η Μάσα, ατίθαση, ακολουθεί την καρδιά της. Κι ας σκοντάφτει καμιά φορά.
Εγώ;Εγώ, γράφω, ονειρεύομαι, αλλά ποτέ δεν λέω τίποτα σε κανέναν. Ούτε στον Αντρέι.
Μόνο εσύ, ξέρεις.


Πάμε, σπίτι μας || Photo: Aleyn Comprendio

Ο Αντρέι δεν κοιμάται πια τα βράδια. Τον ακούω. Γυρίζει και στριφογυρίζει από δωμάτιο σε δωμάτιο ως αργά. Την αποφεύγει. Όταν παίζει στο βιολί, εκείνο το κομμάτι, δεν μπορώ να μη κλάψω. Είναι σαν ν΄ ακούω τη ψυχή του. Κάποτε ήταν ερωτευμένος. Τον θυμάμαι πριν μερικά χρόνια. Ήταν χαρούμενος, είχε όνειρα. Τώρα δεν ελπίζει για τίποτα. Καταστράφηκε. Συμβιβάστηκε.Και η Μάσα είναι ερωτευμένη. Κι όμως, ούτε αυτή είναι χαρούμενη. Κάποτε, φανταζόμουν ότι ο έρωτας μόνο χαρά μπορεί να σου δώσει. Κι όμως.  Χάνεσαι στα συναισθήματά σου. Τρελαίνεσαι. Θέλεις δεις, να νιώσεις,να αισθανθείς,να γευθείς τα πάντα. Δεν ξέρεις, όμως τι κάνεις. Ορμάς ,ανεξέλεγκτα, λες και κάποιος σου έδωσε ένα κουτί με γλυκά.- Αυτά με τη σοκολάτα, δυο στενά κάτω από το σπίτι, στη Μόσχα-. Όλα μοιάζουν φωτεινά. Άνοιξη. Παντού λουλούδια.Ζωή.  Ένα ταξίδι, χωρίς τελειωμό.  Εάν είσαι τυχερός, θα συνεχίσεις να ταξιδεύεις, όπως στην αρχή... Αν όχι, όλα θα μοιάζουν διαφορετικά. Γκρίζα. Παγωνιά. Χειμώνας.

 [Από το ημερολόγιο της Ειρήνας]


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αποσπάσματα

Ανασκόπηση

Για τη Φαίδρα